ομιλος τραπεζας πειραιως

Αγαπημένα

Δελτίο Δεικτών Οκτωβρίου

Θεωρώντας ως δεδομένη τη συνέχιση της ασφυκτικά περιοριστικής δημοσιονομικής πολιτικής κατά τη διάρκεια και του 2013, το ερώτημα που τίθεται μετ’ επιτάσεως αφορά το βαθμό και την ένταση της ύφεσης που η λήψη αυτών των μέτρων θα επιφέρει στην ελληνική οικονομία.

Από θεωρητικής άποψης το βασικό αναλυτικό εργαλείο το οποίο χρησιμοποιείται για την διερεύνηση της επίπτωσης των μεταβλητών της δημόσιας δαπάνης στην οικονομική δραστηριότητα είναι ο πολλαπλασιαστής δημοσιονομικής πολιτικής (fiscal multiplier). Με απλά λόγια ο πολλαπλασιαστής αντανακλά την επίπτωση ενός ευρώ μεταβολής της δημόσιας δαπάνης ή μεταβολής των φόρων και κοινωνικών μεταβιβάσεων στην οικονομική δραστηριότητα (δηλαδή στο ΑΕΠ).

Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι η έννοια του πολλαπλασιαστή ακούγεται αρκετά ξεκάθαρη, στην πραγματικότητα η ακριβής εκτίμησή του εμπεριέχει μεγάλο βαθμό δυσκολίας και αβεβαιότητας. Στη διεθνή βιβλιογραφία, σε οικονομίες που έχουν πολύ μεγαλύτερο πλήθος οικονομικών δεδομένων έχουν μετρηθεί πολλαπλασιαστές από 0 έως 2,5. Οι λόγοι για τις ακραίες αυτές διαφορές είναι συνάρτηση του χρονικού ορίζοντα που χρησιμοποιείται για να εκτιμηθούν οι επιπτώσεις της δημοσιονομικής μεταβολής, ο τρόπος ορισμού της αρχικής μεταβολής της δημοσιονομικής πολιτικής (identification of fiscal shock), το είδος της δημοσιονομικής πολιτικής που εξετάζεται πχ. δαπάνες, έσοδα ή κοινωνικές μεταβιβάσεις, καθώς επίσης και από το εάν ο πολλαπλασιαστής είναι συμμετρικός, δηλαδή από το εάν ένα ευρώ αύξηση της δημόσιας δαπάνης έχει την ίδια (αλλά αντίθετη) επίπτωση στην οικονομία με ένα ευρώ μείωσης, ή όχι.

Συνυπολογίζοντας όλους αυτούς τους περιορισμούς καθώς και την ιδιαίτερη μεταβλητότητα των ελληνικών στατιστικών στοιχείων αποφασίσαμε να υιοθετήσουμε μια απολύτως «πραγματιστική» προσέγγιση.

Συνοπτικά υποθέτουμε ότι το ΑΕΠ του 2012 θα μειωθεί σύμφωνα με τις έως τώρα προβλέψεις μας κατά 6,5% (παρά το γεγονός ότι υπάρχουν σημαντικές πιθανότητες για ακόμα μεγαλύτερη ύφεση).

Εάν υποθέσουμε ότι η οικονομία σταθεροποιείται στα επίπεδα του τέλους του 2012 και ότι τα δημοσιονομικά μέτρα δεν έχουν καμία επίπτωση (πολλαπλασιαστής) τότε η συνολική ετήσια συρρίκνωση το 2013 θα ανέλθει στο 4,6% (yoy) –ποσοστό που κατ’ ουσία ισούται με το carry-over αποτέλεσμα του έτους.

Ωστόσο η υπόθεση ότι η λήψη μέτρων ύψους €7,8 δισεκ. (3,9% ΑΕΠ) το 2013 θα έχει μηδενική επίπτωση στο ΑΕΠ μπορεί να θεωρηθεί από ακραία ως μη ρεαλιστική. Μια πρακτική εκτίμηση του πολλαπλασιαστή είναι η εξής: σύμφωνα με τις εκτιμήσεις μας το ΑΕΠ του 2012 θα συρρικνωθεί κατά 6,5%. Το ποσό αυτό μπορεί να επιμεριστεί σε -3,4% λόγω του carry over αποτελέσματος (δηλαδή της αρνητικής δυναμικής που μεταφέρθηκε από το 2011) και σε -3% περίπου λόγω της ύφεσης στην ελληνική οικονομία κατά τη διάρκεια του 2012. Παράλληλα γνωρίζουμε ότι το 2012 ληφθήκαν συνολικά μέτρα ύψους €14,2 δισεκ. (€11,1 δισεκ. αρχικά και €3,2 δισεκ. με το συμπληρωματικό προϋπολογισμό του Φεβρουαρίου 2012) που αναλογούν περίπου στο 7,1% του προβλεπόμενου ΑΕΠ. Συνεπώς μέτρα ύψους 7,1% του ΑΕΠ προκάλεσαν ύφεση της τάξης του 3% οδηγώντας μας σε μια (είπαμε «πραγματιστική») εκτίμηση του πολλαπλασιαστή στο 0,4. Χρησιμοποιώντας αυτή την εκτίμηση προκύπτει ότι η επίπτωση των μέτρων το 2013 θα είναι της τάξης του 1,6% (0,4 x 3,9%) του ΑΕΠ. Η τελική σύνθεση του carry over αποτελέσματος και του πολλαπλασιαστή μας οδηγεί στην κεντρική μας πρόβλεψη για υποχώρηση του ΑΕΠ κατά 6,2% για το 2013.

Υποθέσεις για υψηλότερο πολλαπλασιαστή της τάξης του 0,7 ή 1 μας οδηγούν σε ρυθμούς ύφεσης 7,3% και 8,5% αντίστοιχα. Εδώ αξίζει να σημειώνουμε ότι σύμφωνα με το προσχέδιο του προϋπολογισμού 2013, μετά τις παρεμβάσεις ύψους €7,8 δισεκ., το ΑΕΠ του 2013 προβλέπεται να είναι μειωμένο κατά €5,3 δισεκ. έναντι του επιπέδου χωρίς τις εν λόγω παρεμβάσεις. Συνεπώς ο τεκμαρτός πολλαπλασιαστής που χρησιμοποιείται στον προϋπολογισμό ανέρχεται στο 0,7.

Κλείνοντας, θα θέλαμε να υπενθυμίσουμε ότι η ανάλυσή μας είναι σαφώς μια ανάλυση «μερικής ισορροπίας» καθώς μια βασική παραδοχή είναι ότι το μοναδικό «σοκ» στην οικονομία έρχεται από τα δημοσιονομικά μέτρα. Σε περίπτωση που κατά τη διάρκεια του επόμενου έτους επιτευχθεί επανεκκίνηση της χρηματοδότησης της ελληνικής οικονομίας είτε μέσω του ελληνικού τραπεζικού συστήματος είτε μέσω ευρωπαϊκών πόρων, τότε οι πιθανότητες για ευνοϊκότερο αποτέλεσμα είναι σημαντικές καθώς ένας άλλος πολλαπλασιαστής – αυτός των επενδύσεων - είναι σημαντικά μεγαλύτερος καθώς υπολογίζουμε ότι κυμαίνεται κοντά στο 2.