ομιλος τραπεζας πειραιως


Enterprise Rating System: Διεύρυνση της κάτω βάσης, Αυξημένο το ποσοστό των underperformers έναντι των medium performers

Επικαιροποιούμε και φέτος τα αποτελέσματα του ποσοτικοποιημένου συστήματος αξιολόγησης των εγχώριων επιχειρήσεων – Enterprise Rating System (ERS) – που έχουμε αναπτύξει.

Το 2017 το δείγμα μας διαμορφώθηκε σε 10.269 επιχειρήσεων, εκ των οποίων το 97,2% είναι μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜμΕ), δηλαδή πραγματοποιούν ετήσιο κύκλο εργασιών έως και €50 εκατ.

Οι επιχειρήσεις που υπεραποδίδουν (outperformers) κατά μέσο όρο σε όρους ρευστότητας, αποδοτικότητας και φερεγγυότητας και κατατάσσονται στην υψηλότερη βαθμίδα (“a”) του ERS αποτελούν το 8,3% του δείγματος. Tο ποσοστό αυτό είναι ελαφρώς ενισχυμένο σε σχέση με το αντίστοιχο του 2016 (7,9%).

Στην επόμενη βαθμίδα (“b”), με καλές επιδόσεις αλλά λιγότερο ικανοποιητικές (good performers) βρίσκεται το 35,3%. Οι επιχειρήσεις που υστερούν σημαντικά σε επιδόσεις (medium performers) και κατατάσσονται στην τρίτη βαθμίδα (“c”) αποτελούν το μεγαλύτερο ποσοστό του δείγματος με 40,1%.

Τέλος, οι σημαντικά προβληματικές επιχειρήσεις που κατατάσσονται στην τελευταία βαθμίδα “d” (underperformers) αντιστοιχούν στο 16,3% του δείγματος. Σε σχέση με το 2016, διαπιστώνεται αυξημένο περίπου 1% το μερίδιο των underperformers έναντι των medium performers.

Προφίλ επιχειρήσεων ανά βαθμίδα ERS, 2017


Outperformers “a”

  • Συνολικά μόλις το 8,3% των επιχειρήσεων του δείγματος κατατάσσεται στη βαθμίδα των outperformers (“a”), με €11,1 δισ. αξία ενεργητικού και €7,3 δισ. ίδια κεφάλαια.
  • Ωστόσο, επιτυγχάνουν καθαρά κέρδη προ φόρων €1,2 δισ. που αντιστοιχεί στο 27,1% της συνολικής κερδοφορίας, με το περιθώριο EBITDA να αγγίζει κατά μέσο όρο το 25% και την αποδοτικότητα ιδίων κεφαλαίων το 18,5%.
  • To 1,3% των επιχειρήσεων που υπεραποδίδουν έχει θετικό EBITDA και καθαρές ζημίες προ φόρων, οι οποίες είναι ΜμΕ.
  • Ταυτόχρονα παρουσιάζουν τις λιγότερες υποχρεώσεις (€3,9 δισ.) ή το 4,1% των συνολικών υποχρεώσεων του δείγματος.
  • Εμφανίζουν υψηλή ρευστότητα, με το κυκλοφορούν ενεργητικό να καλύπτει τις τρέχουσες υποχρεώσεις κατά 4,1 φορές. Χαμηλότερη είναι η κάλυψη για τις μεγάλες επιχειρήσεις (3,4 φορές).
  • Έχουν χαμηλό επίπεδο μόχλευσης, με τις υποχρεώσεις να αναλογούν κατά μέσο όρο μόλις στο μισό των ιδίων κεφαλαίων.
  • Ο καθαρός δανεισμός των μικρομεσαίων outperformers (“a”) σε σχέση με το EBITDA είναι σχεδόν μηδενικός. Υψηλότερος, αλλά σε χαμηλό βαθμό εξακολουθεί να είναι για τις μεγάλες επιχειρήσεις (1,4 φορές).
  • Κατά συνέπεια, ο βαθμός εξυπηρέτησης χρέους είναι υψηλός, καθώς το EBITDA καλύπτει κατά μέσο όρο τις χρηματοοικονομικές δαπάνες κατά 22,7 φορές, ενώ καμία επιχείρηση δεν έχει βαθμό κάλυψης χρηματοοικονομικών δαπανών μικρότερο του 1.


Good performers “b”

  • Η συνολική αξία των ιδίων κεφαλαίων τους αγγίζει τα €23,6 δισ., η οποία μοιράζεται σχεδόν κατά το ήμισυ ανάμεσα στις ΜμΕ και τις μεγάλες επιχειρήσεις.
  • Υψηλότερες είναι οι υποχρεώσεις των good performers (“b”) σε σχέση με τους outperformers (“a”) με €29,1 δισ.
  • Σημαντική είναι η συμβολή τους σε όρους κύκλου εργασιών και κερδοφορίας EBITDA και προ φόρων (€38,1 δισ., €5 δισ. και €2,7 δισ. αντίστοιχα).
  • Πιο συγκρατημένα, αλλά ικανοποιητικά είναι τα επίπεδα λειτουργικής κερδοφορίας, με το περιθώριο EBITDA στο 14,9% και την κερδοφόρα αποδοτικότητα ιδίων κεφαλαίων στο 12,9%.
  • Το 5,8% των ΜμΕ και το 3,3% των μεγάλων επιχειρήσεων έχουν θετικό EBITDA και καθαρές ζημίες προ φόρων.
  • Χαμηλότερο από τους outperformers (“a”) αλλά παραμένει ικανοποιητικό το επίπεδο ρευστότητας, με το κυκλοφορούν ενεργητικό να αναλογεί κατά 2,6 φορές τις τρέχουσες υποχρεώσεις. Χαμηλότερη στις 2 φορές είναι η κάλυψη των μεγάλων επιχειρήσεων.
  • Έχουν υψηλότερα επίπεδα δανεισμού, καθώς οι υποχρεώσεις υπερβαίνουν τα ίδια κεφάλαια κατά 1,2 φορές και ο μέσος καθαρός δανεισμός είναι κατά 3,5 υψηλότερος του EBITDA.
  • Εξυπηρετούν ικανοποιητικά το χρέος τους, με το EBITDA να καλύπτει τις χρηματοοικονομικές δαπάνες κατά 13,3 φορές.
  • Μόλις το 0,4% από τους good performers έχει βαθμό κάλυψης χρηματοοικονομικών δαπανών μικρότερο του 1, το οποίο είναι κατά βάση ΜμΕ.


Medium performers “c”

  • Αποτελεί την πολυπληθέστερη βαθμίδα ERS, με την υψηλότερη συνολική αξία ενεργητικού (€79,2 δισ.).
  • Έχουν αναληφθεί οι υψηλότερες συνολικές υποχρεώσεις (€49,9 δισ.) και χρηματοοικονομικές δαπάνες (€1,5 δισ.), με πάνω από τα 2/3 από τις μεγάλες επιχειρήσεις.
  • Ενώ συγκεντρώνονται συνολικά οι υψηλότερες πωλήσεις (€60,9 δισ.), τα κέρδη προ φόρων φθάνουν μόλις το €1,4 δισ., με τη μεγαλύτερη συμβολή να προέρχεται από τις μεγάλες επιχειρήσεις.
  • Έχουν χαμηλή επίτευξη αποδοτικότητας και κερδοφορίας, καθώς το περιθώριο EBITDA αγγίζει το 7,6% και η αποδοτικότητα ιδίων κεφαλαίων το 5%. Καλύτερα αποδίδουν τα ίδια κεφάλαια των μεγάλων επιχειρήσεων (9,2%).
  • Το 14,7% των ΜμΕ και το 11,5% των μεγάλων επιχειρήσεων έχουν θετικό EBITDA και καθαρές ζημίες προ φόρων.
  • Πιο περιορισμένη είναι η ρευστότητα, με το κυκλοφορούν ενεργητικό να καλύπτει κατά 1,5 φορές τις βραχυχρόνιες υποχρεώσεις για τις ΜμΕ και 1,2 φορές για τις μεγάλες.
  • Τα επίπεδα καθαρού δανεισμού είναι υψηλά, ο οποίος υπερβαίνει το EBITDA κατά 13,8 φορές για τις ΜμΕ και κατά 12,6 φορές για τις μεγάλες.
  • Χαμηλός είναι ο βαθμός εξυπηρέτησης δανεισμού, με τις χρηματοοικονομικές δαπάνες να καλύπτονται κατά μέσο όρο από το EBITDA κατά 4 φορές. Καλύτερη είναι η μέση επίδοση των μεγάλων επιχειρήσεων (5,9 φορές).
  • Το 19,4% των ΜμΕ και το 5,3% των μεγάλων επιχειρήσεων έχουν βαθμό κάλυψης χρηματοοικονομικών δαπανών μικρότερο του 1.


Underperformers “d”

  • Το 64,1% των εγκλωβισμένων περιουσιακών στοιχείων είναι στις ΜμΕ (€7,1 δισ. έναντι €4 δισ. στις μεγάλες).
  • Τα αρνητικά ίδια κεφάλαια (€-33,1 εκατ.) που εμφανίζουν συνολικά οι underperformers “d” αναδεικνύουν τη δυσμενή χρηματοοικονομική τους εικόνα. Οι μεγάλες επιχειρήσεις αντισταθμίζουν εν μέρει τις απώλειες με συνολική θετική καθαρή θέση (€65,2 εκατ.) έναντι των €-98,3 εκατ. των ΜμΕ.
  • Ο καθαρός δανεισμός είναι σχεδόν στο ίδιο επίπεδο με τις υποχρεώσεις, καταδεικνύοντας πολύ χαμηλά ρευστά διαθέσιμα.
  • Διπλάσιες σχεδόν είναι συνολικά οι υποχρεώσεις και οι χρηματοοικονομικές δαπάνες των ΜμΕ από εκείνες των μεγάλων επιχειρήσεων σε €7,3 δισ. και €217 εκατ. αντίστοιχα.
  • Τα €8,1 δισ. πωλήσεις εξελίσσονται σε ζημιές ήδη σε επίπεδο EBITDA ύψους €325 εκατ. και σε επίπεδο προ φόρων διευρύνονται σε €899 εκατ.
  • Καθώς είναι κατά βάση ζημιογόνες επιχειρήσεις, το μέσο περιθώριο EBITDA είναι στο -8,7%. Ωστόσο, η μέση επίδοση των μεγάλων επιχειρήσεων είναι οριακά αρνητική (-0,7%).
  • Αναποτελεσματική είναι η αποδοτικότητα ιδίων κεφαλαίων τους, η οποία διαμορφώνεται σε -15,9%. Πιο συγκρατημένη είναι η αρνητική επίδοση των μεγάλων επιχειρήσεων (-11,9%).
  • Το 15% των ΜμΕ και το 41,7% των μεγάλων επιχειρήσεων έχουν θετικό EBITDA και καθαρές ζημίες προ φόρων.
  • Παρουσιάζουν σαφείς δυσκολίες ρευστότητας, καθώς οι τρέχουσες υποχρεώσεις υπερβαίνουν το κυκλοφορούν ενεργητικό (γενική ρευστότητα: 0,7 μονάδες).
  • Είναι υπερμοχλευμένες, με τις υποχρεώσεις τους να είναι κατά μέσο όρο 3,7 φορές υψηλότερες των ιδίων κεφαλαίων. Δυσμενέστερη είναι η εικόνα για τις μεγάλες επιχειρήσεις (4,8 φορές)
  • Ταυτόχρονα, ο καθαρός δανεισμός είναι κατά μέσο όρο 24,1 φορές υψηλότερος του EBITDA. Ελαφρώς καλύτερη είναι η εικόνα για τις μεγάλες επιχειρήσεις (21,4 φορές).
  • Σχεδόν όλες οι ΜμΕ (81,4%) και τα 2/3 των μεγάλων επιχειρήσεων (66,7%) δυσκολεύονται να καλύψουν τους τόκους με τη λειτουργική κερδοφορία τους, καθώς έχουν βαθμό κάλυψης χρηματοοικονομικών δαπανών μικρότερο του 1.

Ο κλάδος της ενέργειας και τα ορυχεία και λατομεία συγκεντρώνουν τα υψηλότερα ποσοστά επιχειρήσεων που υπεραποδίδουν (“a”) ανάμεσα στις εταιρίες τους με 18,8% και 16,2% αντίστοιχα. Και στην επόμενη βαθμίδα ERS, ο κλάδος της ενέργειας έχει επιχειρήσεις καλών επιδόσεων, καθώς πάνω από τις μισές βαθμολογούνται με “b” (51,5%). Ακολουθούν οι κλάδοι της μεταποίησης εξοπλισμού και μηχανημάτων και των βασικών μετάλλων και μεταλλικών προϊόντων με 46,2% και 44% αντίστοιχα.
Από την άλλη πλευρά, πάνω από τις μισές επιχειρήσεις του αγροτικού τομέα και της παροχής νερού κτλ. παρουσιάζουν μεσαίες επιδόσεις “c” (με 53,2% και 52,6% αντίστοιχα). Τέλος, πάνω από το ¼ των επιχειρήσεων λιανικού εμπορίου (27,3%) υποαποδίδουν και βαθμολογούνται με “d”.