ομιλος τραπεζας πειραιως

Αγαπημένα

Πορεία προς την Τραπεζική Ένωση. Πρόσφατες Εξελίξεις στο Θεσμικό Πλαίσιο

Η τρέχουσα οικονομική και τραπεζική κρίση την οποία βιώνουν οι οικονομίες της ζώνης του Ευρώ έχει αναδείξει μια σειρά ελαττωμάτων και παραλήψεων στον αρχικό θεσμικό σχεδιασμό της. Ένα από τα βασικά προβλήματα που έφερε στο προσκήνιο η κρίση ήταν η έλλειψη οποιασδήποτε πρόνοιας για τραπεζική ένωση γεγονός που έχει δημιουργήσει μια αρνητική αλληλεπίδραση μεταξύ δημοσιονομικών εξελίξεων σε εθνικό επίπεδο και χρηματοοικονομικής σταθερότητας. Μέσα σε αυτό το πολυσχιδές πλέγμα σχέσεων, δημοσιονομικά προβλήματα δημιουργούν αστάθεια στο εγχώριο τραπεζικό σύστημα (ή και το αντίθετο) με συνέπεια οι τράπεζες να χρειάζονται κεφαλαιακές ενισχύσεις ή παροχή ρευστότητας οι οποίες επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο τα δημόσια οικονομικά, γεγονός που επιβαρύνει τις τράπεζες κ.ο.κ.

Σε μια προσπάθεια να σπάσει αυτός ο αρνητικός αυτοτροφοδοτούμενος κύκλος μεταξύ κρατών και τραπεζών, οι ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφάσισαν να προχωρήσουν στη διαδικασία της Τραπεζικής Ένωσης, με πρώτο βήμα τη δημιουργία μιας κοινής εποπτικής αρχής (Single Supervisory Mechanism). Η λειτουργία του SSM ανατέθηκε στην ΕΚΤ και στα πλαίσια της ανάληψης των νέων της καθηκόντων η ΕΚΤ έχει αποφασίσει να διεξαγάγει μια άσκηση ποιότητας στοιχείων ενεργητικού (asset quality test) στις Ευρωπαϊκές Τράπεζες. Το θέμα που αναπόφευκτα τίθεται σε αυτή τη διαδικασία είναι το τι θα γίνει σε περίπτωση που κάποια τράπεζα βρεθεί να μην διαθέτει το απαιτούμενο ύψος κεφαλαίων μετά την ολοκλήρωση αυτής της άσκησης.

Για το λόγο αυτό έχουν ξεκινήσει διαδικασίες προς δύο κατευθύνσεις. Σε περίπτωση που το τραπεζικό ίδρυμα δεν κρίνεται βιώσιμο θα ακολουθείται η διαδικασία αναδιάρθρωσης και εξυγίανσης των τραπεζών (βλέπε τμήμα 2). Αντίθετα για τα εν δυνάμει βιώσιμα αλλά και συστημικά τραπεζικά ιδρύματα αποφασίστηκε η διαδικασία ανακεφαλαιοποίησης με κρατικούς πόρους και συνδρομή του ESM – μετά από την χρησιμοποίηση κεφαλαίων των μετόχων και πιστωτών του συγκεκριμένου τραπεζικού ιδρύματος (βλέπε τμήμα 3).