ομιλος τραπεζας πειραιως

Αγαπημένα


Δείκτης Εξυπηρέτησης Χρέους για Νοικοκυριά και Επιχειρήσεις

Οι αποφάσεις των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών για την αύξηση ή μείωση των δανειακών τους υποχρεώσεων και η συνεπακόλουθη μεταβολή των επιπέδων μόχλευσης διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στην εναλλαγή των φάσεων του οικονομικού κύκλου μεταξύ ανάπτυξης και ύφεσης. Ενώ στις ανοδικές φάσεις του κύκλου η αύξηση της μόχλευσης ενισχύει τα επίπεδα οικονομικής δραστηριότητας παρέχοντας τη δυνατότητα στις επιχειρήσεις να επεκτείνουν την παραγωγική τους ικανότητα και στα νοικοκυριά  την ευκαιρία να ικανοποιήσουν στεγαστικές και άλλες ανάγκες, στις καθοδικές φάσεις του κύκλου η ανάγκη εξυπηρέτησης των δανειακών υποχρεώσεων αποτελεί μια επιπλέον  τροχοπέδη στα εισοδήματα και τα εταιρικά κέρδη.

Πέρα όμως από την κυκλική επίδραση της μόχλευσης στην οικονομική δραστηριότητα, η μόχλευση δύναται - κάτω από ορισμένες συνθήκες - να αποτελέσει τη θρυαλλίδα για εκδήλωση εξαιρετικά επώδυνων χρηματοοικονομικών κρίσεων. Ο λόγος για τον οποίο συμβαίνει αυτό συνδέεται με δυο ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της μόχλευσης: πρώτον η μόχλευση παρουσιάζει έντονα αυτοενισχυόμενα χαρακτηριστικά υπό την έννοια ότι μια αρχική αύξηση των επιπέδων δανεισμού στην οικονομία οδηγεί σε αύξηση των αποτιμήσεων  όλων των περιουσιακών στοιχείων (τόσο εμπράγματων όσο και χρηματοοικονομικών) τα οποία στη συνέχεια μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως ενέχυρα για περαιτέρω αύξηση του τραπεζικού δανεισμού, η οποία βελτιώνει τις αποτιμήσεις των ενεχύρων κ.ο.κ. Ταυτόχρονα η επίδραση της μόχλευσης στην οικονομία παρουσιάζει έντονο μη-γραμμικό χαρακτήρα, υπό την έννοια ότι η αύξηση της μόχλευσης μπορεί να συνεχιστεί για μακρύ χρονικό διάστημα χωρίς καμία εμφανή αρνητική επίπτωση στην οικονομία. Ωστόσο από τη στιγμή που τα επίπεδα μόχλευσης ξεπεράσουν κάποιο επίπεδο αναφοράς το κλίμα ευφορίας αντιστρέφεται απότομα με αποτέλεσμα τη ραγδαία επιδείνωση της οικονομικής ευρωστίας επιχειρήσεων και νοικοκυριών.

Για όλους τους ανωτέρω λόγους η παρακολούθηση του βαθμού δανειακής επιβάρυνσης και κυρίως η δυνατότητα εξυπηρέτησης των υφιστάμενων δανειακών υποχρεώσεων από τα τρέχοντα εισοδήματα νοικοκυριών και επιχειρήσεων παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον τόσο από μια στενά τραπεζική σκοπιά όσο και στα πλαίσια μιας ευρύτερης μακροοικονομικής θεώρησης. Στα πλαίσια αυτής της προσπάθειας υπολογίζουμε το Δείκτη Εξυπηρέτησης Χρέους (ΔΕΧ) ο οποίος προσπαθεί να προσεγγίσει το ποσοστό του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων του μη χρηματοπιστωτικού τομέα το οποίο αναλώνεται για την πληρωμή τόκων και αποπληρωμή κεφαλαίου. Δεδομένου ότι ο Δείκτης λαμβάνει υπόψη του τη σχέση μεταξύ των πληρωμών σχετιζόμενων με τη μόχλευση αλλά και τα διαθέσιμα εισοδήματα, αποτελεί μια κρίσιμη μεταβλητή για την κατανόηση των αλληλεπιδράσεων μεταξύ του χρέους και της πραγματικής οικονομίας.

Η απουσία ενός παρόμοιου δείκτη για την ελληνική οικονομία αποτελεί ένα σημαντικό εμπόδιο για την κατανόηση των συνθηκών και των επιπτώσεων που σχετίζονται με τη διαμόρφωση του χρέους. Η μεθοδολογία που ακολουθούμε για την κατασκευή των Δεικτών Εξυπηρέτησης Χρέους για Νοικοκυριά και Επιχειρήσεις του μη χρηματοπιστωτικού τομέα βασίζεται στη αντίστοιχη μεθοδολογία που ακολουθεί η Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών, η οποία έχει ξεκινήσει να κατασκευάζει τον δείκτη αυτό για τον τομέα των νοικοκυριών και τον εταιρικό μη χρηματοπιστωτικό τομέα για 32 χώρες.

Σύμφωνα με την ανάλυση μας το μερίδιο του εισοδήματος το οποίο διατίθεται για την εξυπηρέτηση του χρέους στον ιδιωτικό τομέα έχει αυξηθεί σημαντικά. Στην περίοδο έως το 2009, η αύξηση του δείκτη οφείλεται στη ραγδαία αύξηση της πιστωτικής επέκτασης, παρά την παράλληλη αύξηση των εισοδημάτων – η οποία ασκεί πτωτική επίδραση στο δείκτη. Μετά την εκδήλωση της οικονομικής κρίσης ο δείκτης σταθεροποιείται σε υψηλά επίπεδα καθώς η μείωση των επιτοκίων και η απομόχλευση αντισταθμίζουν την πτώση των εισοδημάτων. Παράλληλα, διαπιστώνουμε την υψηλή αρνητική συσχέτιση του δείκτη εξυπηρέτησης χρέους με την οικονομική δραστηριότητα, ενώ ιδιαίτερα στην περίπτωση των νοικοκυριών πιστοποιούμε την ισχυρή μη-γραμμική συσχέτιση μεταξύ του Δείκτη Εξυπηρέτησης Χρέους (ΔΕΧ) και των μη-εξυπηρετούμενων δανείων, καθώς η μεταβολή του δείκτη από το 4,0% στο 7,0% δεν έχει καμία επίπτωση στα μη-εξυπηρετούμενα δάνεια ενώ μόλις ο δείκτης ξεπεράσει αυτό το επίπεδο τα μη-εξυπηρετούμενα δάνεια αυξάνονται ραγδαία.

.   

Ηλίας Λεκκός

Group Chief Economist

 
 Αρτέμης Λεβεντάκης

Senior Economist

Χάρης Γιαννακίδης
  
Junior Economic Analyst




Το σύνολο του περιεχομένου του παρόντος, συμπεριλαμβανομένων κάθε είδους αρχείων, αποτελεί αντικείμενο πνευματικής ιδιοκτησίας και προστατεύεται από ελληνικές & διεθνείς διατάξεις. Συνεπώς, απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση, αντιγραφή, αποθήκευση, πώληση, μετάδοση, διανομή, έκδοση ή μετάφραση του παρόντος, τμηματικά, περιληπτικά ή συνολικά, χωρίς τη ρητή προηγούμενη έγγραφη συναίνεση της δικαιούχου Τράπεζας Πειραιώς Α.Ε.,. Από την παραπάνω απαγόρευση εξαιρείται η αποθήκευση ή αντιγραφή τμημάτων του παρόντος σε απλό προσωπικό υπολογιστή για αυστηρά προσωπική χρήση, χωρίς πρόθεση εμπορικής ή άλλης εκμετάλλευσης και χωρίς αυτό να σημαίνει τη με οποιονδήποτε τρόπο παραχώρηση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.