ομιλος τραπεζας πειραιως

Αγαπημένα


Ανάπτυξη & Επενδύσεις: Προσδοκίες και Πραγματικότητα

  • Καθώς το μεγαλύτερο μέρος της δημοσιονομικής προσαρμογής - θέλουμε να πιστεύουμε ότι - έχει συντελεστεί, ο δημόσιος διάλογος είναι πολύ φυσιολογικό να αρχίσει να στρέφεται προς το σχεδιασμό της επόμενης μέρας που δεν μπορεί να είναι άλλος από την εδραίωση της αναπτυξιακής πορείας της χώρας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο δημόσιου προβληματισμού έχει υπάρξει μια σειρά εκτιμήσεων αναφορικά με το ύψος των επενδύσεων που θα χρειαστεί να πραγματοποιηθούν με σκοπό η ελληνική οικονομία να βελτιώσει τις μακροχρόνιες παραγωγικές της δυνατότητες προκειμένου να επιτευχθεί η πολυπόθητη και πολυθρύλητη μετάβαση από το εσωστρεφές και βασισμένο στην κατανάλωση αναπτυξιακό πρότυπο του παρελθόντος σε ένα εξωστρεφές και βασισμένο στις επενδύσεις αναπτυξιακό πρότυπο του μέλλοντος.

  • Σκοπός λοιπόν της παρούσας μελέτης είναι να συνεισφέρουμε και εμείς σε αυτό το δημόσιο διάλογο και προβληματισμό αναφορικά με τις δυνατότητες της ελληνικής οικονομίας να οδηγηθεί σε μια έξοδο από το σημερινό υφεσιακό καθεστώς μέσω μιας ανάπτυξης βασισμένης στις παραγωγικές, δηλαδή στις μη-οικιστικές, επενδύσεις.

  • Φιλοδοξία της μελέτης μας είναι να καλύψει ένα βασικό κενό που έχουμε εντοπίσει στον υπό εξέλιξη διάλογο και συγκεκριμένα ότι το βασικό επιχείρημα που προτείνεται υπέρ της ανάκαμψης των επενδύσεων δεν είναι άλλο παρά το γεγονός ότι - δεδομένης της σημαντικής υποχώρησης της επενδυτικής δραστηριότητας - με ένα αυτόματο και μηχανιστικό τρόπο είναι δυνατό να προκύψει μια επιστροφή στους προ-κρίσης ρυθμούς οικονομικής δραστηριότητας και επανασύγκλισης στα προ-κρίσης επίπεδα συμμετοχής των επενδύσεων στο ΑΕΠ.

  • Η μελέτη μας αναπτύσσεται σε δύο στάδια. Στο πρώτο επίπεδο επικεντρωνόμαστε στις μη-οικιστικές επενδύσεις και προσπαθούμε να καταγράψουμε τους παράγοντες που προσδιορίζουν το ύψος της επενδυτικής δραστηριότητας σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα και να ποσοτικοποιήσουμε τη σχέση μεταξύ επενδύσεων και των παραγόντων αυτών. Το βασικό συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι εάν επιδιώκουμε να πετύχουμε μια αύξηση των μη-οικιστικών επενδύσεων του ιδιωτικού τομέα κατά 10% (δηλαδή κατά €1,2 δισεκ., κοντά στο μέσο όρο της περιόδου 1997-2008) απαιτείται:

    • Αύξηση της καθαρής ροής χρηματοδότησης κατά € 7,7 δισεκ.
    • Αύξηση της υπερβάλλουσας ζήτησης (κατανάλωση & εξαγωγές) κατά € 8,1 δισεκ.
    • Μείωση του πραγματικού επιτοκίου κατά 1,8%.
    • Αύξηση του ΠΔΕ κατά € 2,0 δισεκ.
    • Μείωση του δείκτη μεταβλητότητας του επιχειρηματικού κλίματος κατά 4,3 μονάδες


  • Το δεύτερο στάδιο της μελέτης λειτουργεί συμπληρωματικά ως προς το πρώτο, καθώς εστιάζει στην εκτίμηση του ποσοστού συμμετοχής των επενδύσεων στο ΑΕΠ (I/Y) που θα πρέπει να επιτευχθεί σε βάθος χρόνου, έτσι ώστε το ποσοστό επενδύσεων να βρίσκεται σε ισορροπία και αρμονία με το μακροχρόνιο ρυθμό ανάπτυξης που μπορεί να επιτύχει η ελληνική οικονομία. Εάν υποθέσουμε ότι ο μακροχρόνιος ρυθμός οικονομικής ανάπτυξης του ελληνικού ΑΕΠ ανέρχεται σε 2,2%, τότε:

    • Το 2020 υπολογίζουμε ότι ο λόγος Ι/Υ θα ανέλθει σε 23,4% από 11,6% το 2015, αλλά χαμηλότερος του ιστορικά υψηλού ποσοστού του 24,6% το 2007.
    • Την περίοδο 2016-2020 αναμένουμε επενδύσεις €201 δισεκ. ή €40 δισεκ. κατ’ έτος αυξημένες από €30 δισεκ. αντίστοιχα κατ’ έτος την περίοδο 2009-2015.
    • Παρά την αύξηση των επενδύσεων τα επόμενα 5 χρόνια, αναμένουμε η διαδικασία αποεπένδυσης να συνεχιστεί, καθώς οι αποσβέσεις θα εξακολουθούν να υπερτερούν των νέων επενδύσεων οδηγώντας την αξία του συσσωρευμένου αποθέματος κεφαλαίου στα €760 δισεκ. το 2020.
    • Κοιτώντας πιο μακριά τη δεκαετία 2021-2030, η καθαρή αύξηση κεφαλαίου κατά €185 δισεκ. θα είναι το αποτέλεσμα €528 δισεκ. (€53 δισεκ. κατ’ έτος) επενδύσεων, αλλά και €343 δισεκ. αποσβέσεων.