ομιλος τραπεζας πειραιως

Αγαπημένα


Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων 2ο 15νθημερο Ιανουαρίου

ΕΛΛΑΔΑ

Στις 6 Φεβρουαρίου 2017, το Διοικητικό Συμβούλιο του ΔΝΤ ολοκλήρωσε τη διαβούλευση βάσει του Άρθρου IV. Σύμφωνα με την έκθεση η Ελλάδα αναμένεται να επιστρέψει σε οριακή ανάπτυξη το 2016 με ρυθμό 0,4%. Μεσοπρόθεσμα - υπό την προϋπόθεση της πλήρους και έγκαιρης υλοποίησης του προγράμματος προσαρμογής, συμπεριλαμβανομένης της ταχείας άρσης των capital controls - αναμένεται επιτάχυνση της ανάπτυξης με ρυθμούς της τάξεως του 2,7% και 2,6% το 2017 και 2018 αντίστοιχα. Το ΔΝΤ εκτιμά ότι σε μακροπρόθεσμη βάση η Ελλάδα θα μπορεί να αναπτύσσεται με ρυθμό κοντά στο 1% και να έχει πρωτογενές δημοσιονομικό πλεόνασμα περίπου 1,5% του ΑΕΠ, επίπεδο ωστόσο χαμηλότερο του στόχου που έχει τεθεί στο πρόγραμμα του ESM (3,5% του ΑΕΠ).

Παράλληλα, αναγνωρίζεται ότι οι κίνδυνοι στη μακροοικονομική και δημοσιονομική προοπτική της χώρας παραμένουν σημαντικοί και σχετίζονται με την ατελή ή καθυστερημένη υλοποίηση του προγράμματος, ενώ επισημαίνονται 4 βασικές προκλήσεις: (α) ένα μη βιώσιμο μείγμα δημοσιονομικής πολιτικής με συντάξεις που χρηματοδοτούνται από υψηλούς φορολογικούς συντελεστές σε μια περιορισμένη φορολογική βάση, (β) μια αναποτελεσματική φορολογική διοίκηση, αδύναμη κουλτούρα πληρωμών και αύξηση των φορολογικών χρεών, (γ) ασθενείς ισολογισμοί τραπεζών και θέματα εταιρικής διακυβέρνησης και (δ) διαρθρωτικές δυσκαμψίες, οι οποίες εμποδίζουν την ανάπτυξη.

Το δημόσιο χρέος χαρακτηρίζεται μη βιώσιμο. Το 2016 το χρέος αναμένεται να αυξηθεί στο 183,9% του ΑΕΠ (2015: 179,4%), ενώ με βάση το βασικό σενάριο, το 2020 αναμένεται στο 170% του ΑΕΠ για να περιοριστεί στο 164% το 2022, αλλά να φτάσει στο 275% το 2060. Ταυτόχρονα, οι χρηματοδοτικές ανάγκες θα ξεπεράσουν το όριο του 15% του ΑΕΠ το 2024 και το 20% το 2031 για να φθάσουν κοντά στο 33% το 2040 και κοντά στο 62% το 2060.

Στο πλαίσιο αυτό το ΔΝΤ εκτιμά ότι πέρα από τα βραχυπρόθεσμα μέτρα που έχουν ήδη ανακοινωθεί, απαιτείται μια ουσιαστική αναδιάρθρωση του χρέους από την πλευρά της Ευρωζώνης, η οποία δύναται να περιλαμβάνει μέτρα όπως:

  • Παράταση έως το 2040 της περιόδου χάριτος, δηλαδή παράταση κατά 6 χρόνια των δανείων του ESM και κατά 17 έως 20 ετών για τα διακρατικά δάνεια και τα δάνεια του EFSF.
  • Παράταση του χρόνου λήξης των δανείων έως το 2070, το οποίο οδηγεί σε παράταση του χρόνου αποπληρωμής των διακρατικών δανείων κατά 30 χρόνια, κατά έως και 14 χρόνια για τα δάνεια του EFSF και κατά 10 χρόνια για τα δάνεια του ESM.
  • Αναβολή στην καταβολή τόκων έως το 2040 για το σύνολο των δανείων (διακρατικά, ESM, EFSF). Η αποπληρωμή τους με τόκο προτείνεται να πραγματοποιηθεί με ισόποσες δόσεις έως το 2070.
  • Κατάργηση του step-up interest margin στα EFSF buyback tranche από το 2017 και έπειτα και επιστροφή των κερδών SMP και ANFA.
  • "Κλείδωμα” του επιτοκίου στα δάνεια του ΕFSF και του ESM (περίπου για ποσό €200 δισεκ. ή το 113% του ΑΕΠ) για 30 χρόνια, σε επίπεδο που δεν θα υπερβαίνει το 1,5%.

ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ

Επιβράδυνση του ρυθμού ανάπτυξης (σε 1,9% από 3,5%) σημειώθηκε στην αμερικανική οικονομία το δ’ τρίμηνο του 2016. Στην πρόσφατη συνεδρίασή της η FED αποφάσισε να κρατήσει στάση αναμονής χωρίς να δώσει κάποια σαφή ένδειξη για αύξηση του βασικού επιτοκίου. Τα στοιχεία της αγοράς εργασίας του Ιανουαρίου κατέδειξαν ισχυρή αύξηση της απασχόλησης, αλλά και επιβράδυνση του ρυθμού αύξησης των μισθών.

Επιτάχυνση του ρυθμού ανάπτυξης (σε 0,5% από 0,3% σε τριμηνιαία βάση) σημειώθηκε στην οικονομία της Ευρωζώνης το δ’ τρίμηνο του 2016. Επίσης, μεγάλη επιτάχυνση του πληθωρισμού (στο 1,8% από 1,1%) σημειώθηκε τον Ιανουάριο με ταυτόχρονη παραμονή των πρόδρομων οικονομικών δεικτών σε υψηλό επίπεδο. Η ΕΚΤ εκτιμάται ότι θα συνεχίσει την εφαρμογή του προγράμματος της ποσοτικής χαλάρωσης έως το τέλος του 2017 διότι το πολύ χαμηλό επίπεδο του δομικού πληθωρισμού (0,9%) καταδεικνύει τον προσωρινό χαρακτήρα της επιτάχυνσης του συνολικού πληθωρισμού (λόγω των αυξημένων διεθνών τιμών της ενέργειας και των τροφίμων).